Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2007

Scarpa d'Oro

Ο Τάσος και η Νίκη έγιναν κουμπάροι πριν λίγες μέρες.

(Ντίνα, η κόρη τους, ετών 17)

– Μαμά, να πάω στο κομμωτήριο να χτενιστώ για το γάμο;
– Να πας, αλλά να της πεις να σου κάνει ένα απλό χτένισμα, έτσι; Μην έρθεις με κανένα λάχανο… Μικρό κοριτσάκι είσαι.

Η Ντίνα φεύγει και επιστρέφει με ένα περίτεχνο χτένισμα, με μαλλιά σηκωμένα ψηλά και επιτηδευμένες μπουκλίτσες και γενικώς την Άρτα και τα Γιάννενα μαζί. Η Νίκη μένει με το στόμα τόσο ανοιχτό που δε μπορεί να αρθρώσει σύμφωνα, και τελικώς δε λέει τίποτα.

Μπαίνουν στο στολισμένο αυτοκίνητο, οδηγός ο Τάσος, συνοδηγός η Νίκη, και πίσω η Ντίνα με ένα εκρού φόρεμα. Οι περαστικοί βλέπουν στο πίσω κάθισμα ένα περίπλοκα χτενισμένο κεφάλι και εκρού τιραντούλες.
«Να ζήσετε, η ώρα η καλή!»
«Καλέ, τι όμορφη νύφη!»
LOL

Ξεκινούν για την παραδιπλανή πόλη για να πάρουν τη νύφη από το σπίτι της. Βρέχει καταρρακτωδώς. Ο Τάσος αποφασίζει να μην εκθέσει την ανθοδιακόσμηση του καπό στον αέρα της εθνικής οδού και στα καρεκλοπόδαρα, κι έτσι αφαιρεί όλο το μπουκέτο.
Πλησιάζοντας στο σπίτι της νύφης, σταματούν στην άκρη του δρόμου για να βάλει τα λουλούδια στη θέση τους με την τρομπαριστή τους βεντούζα.

Μπαίνουν με γέλια και χαρές στο σπίτι της νύφης, στις 5 το απόγευμα. Ο Τάσος κοντοστέκεται να μιλήσει με κάποιους συγγενείς στην είσοδο, ενώ η Νίκη κινείται προς το δωμάτιο της νύφης, έξω από την (κλειστή) πόρτα του οποίου είναι μαζεμένες 6-7 γυναίκες διαφόρων ηλικιών.
– Τι γίνεται; Ετοιμάζεται;
– Δεν είναι έτοιμη ακόμα… Δε μας αφήνει να μπούμε.
(χτυπάει την πόρτα) – Άντε καλέ, ακόμα;
(πνιχτή και πανικόβλητη φωνή από μέσα) – Μη μπει κανείς μέσα! Δεν είμαι έτοιμη!
Πάνω στην ώρα έρχεται με φόρα και ο Τάσος.
– Τι κάνουν τα κορίτσια; Όλα καλά;
Όσο μιλάει, βάζει το χέρι στο πόμολο της πόρτας και την ανοίγει.
– Πού είναι η νυφούλα μας να την καμαρ-
Το
pause πατιέται μόνο του. Οι γυναίκες έξω από το δωμάτιο παίρνουν μια κοφτή ανάσα. Ο Τάσος μένει με το χέρι στο πόμολο. Η νύφη φοράει ένα μικροσκοπικό κομπινεζόν. Τα μαλλιά της είναι τυλιγμένα σε ρολλά. Το ένα της μάτι είναι μακιγιαρισμένο.
Κάπου εκεί ξεμπλοκάρει το
pause, και ενεργοποιείται το fast forward. Μιλάνε όλοι μαζί.
– Άντε καλέ, θ’αργήσουμε, ήρθαν οι άνθρωποι από μακριά κι εσύ ακόμα, κάτσε εδώ να σε βοηθήσω με τα ρολλά, ωραίο το χρώμα στο μάτι, πού τα έφτιαξες τα νύχια σου, δώστε μου μια ρόμπα, μήπως είδε κανείς τα παπούτσια της;

Με τα πολλά ντύνουν, χτενίζουν, βάφουν τη νύφη, και φεύγουν προς την παραλιακή κωμόπολη όπου θα τελεστεί το μυστήριο. Ίδια ιστορία για τον Τάσο: μόλις απομακρύνονται από την πόλη, σταματάει και βγάζει το μπουκέτο. Η βεντούζα αρχίζει να χαλαρώνει το σφίξιμο.

Πλησιάζοντας στην εκκλησία, τηλεφωνεί ο γαμπρός.
«Καθυστέρησα, δεν έχω πάει ακόμα στην εκκλησία, μη φτάσετε πριν από μένα».
Σταματούν στην άκρη του δρόμου, δύο τετράγωνα μακριά από την εκκλησία, ο Τάσος ξαναβάζει τα λουλούδια, η νύφη είναι μισή μέσα-μισή έξω απ’το αυτοκίνητο, και ανάβει τσιγάρο. Τους προσπερνούν αυτοκίνητα με καλεσμένους.
– Καλέ τι κάνετε εδώ;!;
– Κάνουμε τσιγαράκι και το ξανασκεφτόμαστε. Να πάμε… Να μην πάμε…
LOL

Ο Τάσος άλλαξε τις βέρες. Σειρά της Νίκης να αλλάξει τα στέφανα. Στέκεται πίσω από το ζευγάρι, και απλώνει τα χέρια - με μια μικρή λεπτομέρεια. Τα χέρια της είναι ανοιχτά, όχι σταυρωτά. Μόλις κοντεύει να αγγίξει τα στέφανα και τα χέρια της είναι αρκετά πάνω από το κεφάλι της (ακριβό άρωμα σε μικρό μπουκαλάκι, η Νίκη μας), άρα και ορατά από το υπόλοιπο εκκλησίασμα, ακούγεται από πίσω μια (ψιθυριστή μεν, αλλά) βοή από πεντακόσια στόματα που της κόβει τη φόρα.
ΟΧΙ!!!
Η Νίκη παγώνει στιγμιαία, αλλά "το πιάνει" και σταυρώνει τα χέρια της στον αέρα. Γυρίζει ελαφρά το κεφάλι της προς τα πίσω και ρωτάει:

– Έτσι το πάω καλά;
LOL

Μετά το γάμο, κατά τη διάρκεια του γλεντιού σε ένα παραθαλάσσιο ξενοδοχείο, η Ντίνα αναλαμβάνει να βοηθήσει το παρανυφάκι να αλλάξει ρούχα μέσα στο αυτοκίνητο. Ντύνει τη μικρή και την παραδίδει στους γονείς της. Την ώρα που καληνυχτίζονται και πάνε να φύγουν, η Ντίνα αλλάζει γνώμη.
– Θείε, πάρτε με και μένα μαζί σας.
– Γιατί κορίτσι μου, μείνε εδώ που σας κλείσανε δωμάτια οι άνθρωποι…
– Όχι μωρέ, και τι να κάνω εδώ με τη γερουσία; Άσ’τους αυτούς, κουμπαριάσανε. Αφού πάτε στη Σαϊμπάι, πάρτε με και μένα μαζί.

Τρεις ώρες αργότερα, το γλέντι έχει τελειώσει και έχουν μείνει μόνο οι νεόνυμφοι κι οι κουμπάροι.
– Έχουμε κλείσει διπλανά δωμάτια, είναι σαν σουίτα.
– Α, τι ωραία.
– Άντε πάμε για ύπνο.
– Τάσο, πού είναι το σακ-βουαγιάζ;
– Στο αυτοκίνητο.

Riiiiiiiiiing… Riiiiiiiiiiiing…
– Έλα μαμά.
– Έλα Ντίνα. Πού είσαι;
– Κοιμάμαι. Τι θέλεις;
– Τι έχεις στην τσάντα σου;
– Τι λες ρε μαμά, τρελάθηκες;
– Άντε παιδάκι μου κοίτα στην τσάντα σου. Τι έχεις εκεί;
(ήχος από φερμουάρ) – Αααααααα… τα κλειδιά του αυτοκινήτου…

Ο Τάσος και η Νίκη πηγαίνουν στο δωμάτιό τους στο ξενοδοχείο, χωρίς σακ-βουαγιάζ. Χωρίς πυτζάμες. Χωρίς οδοντόβουρτσες. Χωρίς αλλαξιά.
(Τάσος, εκ των υστέρων: Το μωρό μου τα κανόνισε έτσι, για να κοιμηθούμε αγκαλίτσα γυμνοί!
LOL
Νίκη: Ναι, άλλη δουλειά δεν είχα, έπιασα τη Ντίνα και της είπα ‘Πάρε, παιδί μου, τα κλειδιά και βάλ’τα στην τσάντα σου, τώρα που θα φύγεις να μείνουν τα πράγματά μας στο πορτ-μπαγκάζ!’)
– Τάσο, μην τριγυρνάς, άντε να κοιμηθούμε.
– Τα παιδιά είναι δίπλα, ε; Λες να τους ακούσουμε; Χε,χε.
– Άντε χριστιανέ μου πέσε στο κρεβάτι!
– Αυτή η πόρτα εδώ τι είναι; (ανοίγει την πόρτα και βρίσκει το μπάνιο)
– Αυτήν εδώ δίπλα στο κρεβάτι μην την ανοίξεις, επικοινωνεί με το διπλανό.
– Χα, χα, ναι καλά. Αυτή εδώ η πόρτα τι είναι; (ανοίγει την πόρτα και βρίσκει τη ντουλάπα)
– Δε σου κάνω πλάκα παιδί μου, είναι σουίτα λέμε, μην την ανοίξεις.
– Σιγά μην επικοινωνεί με το διπλανό. Να, ορίστε. (ανοίγει την πόρτα και βρίσκει το γαμπρό με ξεκούμπωτο το πουκάμισο, να λύνει τα κορδόνια του κορσέ της νύφης)
Αυτό το
pause… Πολύ ευαίσθητο κουμπάκι, βρε παιδί μου. Μόνο του πατιέται.
(νεόνυμφοι, σε πρίμο-σεκόντο) – !!!
(Τάσος, ατάραχος) – Παιδιά, όλα καλά;
ROTFL

Το επόμενο πρωί, κατεβαίνουν στο μπουφέ για πρωινό. Η τραπεζαρία είναι γεμάτη από γκρουπ ξένων τουριστών που φοράνε λουλουδάτες βερμούδες και μαγιό.
Ο Τάσος φοράει το καλό του κοστούμι, αλλά για να το κάνει πιο σπορ αφήνει τη γραβάτα στο δωμάτιο, και αφήνει και τα πρώ
τα δύο κουμπιά του πουκαμίσου ανοιχτά.
Η Νίκη φοράει την χρυσαφί τουαλέτα της με τις χρυσές γόβες και το τεράστιο τούλινο λουλούδι ραμμένο στο πέτο. Μόλις πατάει το ποδαράκι της στην αίθουσα, όλοι στρέφονται και την κοιτάζουν. Οι μισοί αναρωτιούνται «Μα ποια διάσημη είναι αυτή και ντύνεται έτσι για πρωινό;;». Οι άλλοι μισοί σκέφτονται «Ουάου, κοίτα πόσ
ο καλά ντύνονται οι Έλληνες το πρωί…»

LOL



by Saigon

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2007

Πώς να γελοιοποιήσετε τον εαυτό σας 2.01

Ποιος είπε ότι οι προετοιμασίες ενός γάμου είναι "μόνο χαρές";
Να του πει κάποιος ότι έχει και γέλια η υπόθεση... LOL

Πάμε λοιπόν με τον Woody να πάρουμε πιστοποιητικό αγαμίας από την ενορία μου... Μπαίνουμε στα γραφεία της εκκλησίας, όπου ψήνει καφέ ένας βοηθητικός κακομοίρης παρατρεχάμενος.
"Καλησπέρα, θα θέλαμε μπλα μπλα για το γάμο".
"Τώρα, θα βγει ο παπάς", λέει ο κυριούλης, και νεύει προς μια πόρτα, η οποία φέρει ευδιακρίτως μια ταμπελίτσα με τη λέξη ΤΟΥΑΛΕΤΑ.
"Είδες από πού θα βγει ο παπάς;" ψιθυρίζει ο Woody, κι εγώ τον σπρώχνω στην άκρη να μη μας ακούσουν. Καλά αρχίσαμε. Ρίχνουμε το πρώτο χασκογέλασμα, και τραβιόμαστε προς μια κολόνα για να μη φαινόμαστε. Η κολόνα έχει πάνω της κρεμασμένη τη γνωστή τοιχογραφία του Ραφαήλ με τίτλο "Σχολή των Αθηνών".
"Κοίτα εδώ τους φιλόσοφους", λέω για να αλλάξω το θέμα. "Δες που μπαίνει ο Πλάτωνας στη Σχολή. Μα τι δουλειά έχει αυτή η εικόνα εδώ μέσα;" αναρωτιέμαι, και στη στιγμή πετάγεται το αστέρι μου. "Ποιος Πλάτωνας μωρέ, ο Απόστολος Παύλος είναι, δε βλέπεις;". Το πράγμα έχει ζουμί.
"Τριακόσια ευρώ στοίχημα ότι αυτός ο σεντονοτύλιχτος εκεί πέρα ΔΕΝ είναι ο Απόστολος Παύλος!". Με την ατάκα μου, ακούγεται το καζανάκι από την ΤΟΥΑΛΕΤΑ. Δεύτερο κύμα χασκογελάσματος. Κρίμα η ευκαιρία για τα 300 ευρουλάκια.

Βγαίνει ο παπάς, και μας οδηγεί στο γραφείο του. Καθόμαστε.
Διαπιστώνω ότι κρατάω στο χέρι τα γυαλιά ηλίου μου, τα οποία είναι το λιγότερο ανάρμοστα για την περίσταση.

(για όποιον δεν κατάλαβε, οι βραχίονες έχουν επάνω νεκροκεφαλές με κόκκαλα και σταυρωτά ξίφη, LOL)

Κρύβω με τρόπο τα γυαλιά στην τσάντα, και αποφασίζω να μη γελάσω, αλλά αλίμονο:
επάνω στο γραφείο, ανάμεσα σε επίσημα έγγραφα, σφραγίδες, γυάλινα ποτήρια και φλιτζάνια του καφέ, δίπλα σε ένα κατατρυπημένο δερμάτινο sous-mains, δίπλα σε μένα, απελπιστικά δίπλα μου, υπάρχει κάτι. Κάτι που με κάνει να θέλω να κυλιστώ στα μωσαϊκά και να γελάω. Δεν το πιστεύω. Τραβάω την προσοχή του Woody και του κάνω νόημα, στρέφοντας το βλέμμα πάνω στο κάτι.

Το κάτι, θα μπορούσε να είναι τρομερά νοσταλγικό και συγκινητικό, αν δεν ήταν ΤΟΣΟ μα ΤΟΣΟ αδιανόητο.

Μια πλαστική διάφανη σφαίρα μισογεμάτη με νερό, όπου επιπλέουν χρωματιστά σωματίδια... και ένα κίτρινο πλαστικό παπί. Για τη μπανιέρα.

Είχα κι εγώ τέτοιο. Είχε κι ο Woody. Σίγουρα είχαν και αρκετοί από σας. Μόνο που εμείς δεν το τοποθετούσαμε σε σκαλιστό ασημένιο σουβέρ ντυμένο με βυσσινί βελούδο.

Έχουμε πια χάσει τη μπάλα κανονικά, και χαχανίζουμε. Πνιχτά, όσο αυτό είναι δυνατόν. Αλλά δεν είναι.
ROTFL


*στη μνήμη του φίλου μας Θέμη, που τα συνήθιζε κάτι τέτοια*


by Saigon