



Τον αγαπώ τον οδηγό! Μιλάμε για την αποθέωση του γούστου, της πρακτικότητας και της λιτής, δωρικής σχεδόν διακόσμησης! Εύγε! Κάτι τέτοια μου δίνουν δύναμη να συνεχίσω την θητεία μου (7 μήνες ακόμα!)
by Baygon




Θα μου πείτε, "άκου 'σαβουάρ-βιβρ', τι αναχρονισμοί είναι αυτοί". Το παραδέχομαι, σε ορισμένα πράγματα είμαι κάπως παλιομοδίτισσα. Κάπως πιο τυπική. Φερ' ειπείν, όταν τηλεφωνώ κάπου, δεν αφήνω να χτυπήσει πάνω από τέσσερις φορές. Σέβομαι τις ώρες κοινής ησυχίας. Μιλάω στους αγνώστους στον πληθυντικό, ακόμα κι αν είναι φανερά νεότεροί μου. Όταν είμαι ευχαριστημένη με τις υπηρεσίες που μου παρέχουν, αφήνω γενναίο φιλοδώρημα. Πιστεύω πως τα λουλούδια πρέπει να αποστέλλονται από τον επισκέπτη πριν ή μετά την άφιξή του, και ποτέ στο χέρι όπως οι υποψήφιοι γαμπροί σε ελληνική ταινία του '60. Όταν μου συστήνουν κάποιον, του σφίγγω το χέρι εγκάρδια. Κι αν φοράω γάντι, το βγάζω πρώτα. Θα μου άρεσε να ανοίγει την πόρτα του εστιατορίου ή του αυτοκινήτου ο συνοδός μου για να περάσω.
Είχα σκοπό να γράψω ένα post την παραμονή ή ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου, να βάλω κι εγώ τριαντάφυλλα και καρδούλες και κορδελίτσες, αλλά τις τελευταίες μέρες ασχολούμαι μαζεμένα με όσα δε μπορούσα να κάνω όταν είχα καθηλωθεί σε οριζόντια θέση, και δεν πρόλαβα.
Ο Τάσος και η Νίκη έγιναν κουμπάροι πριν λίγες μέρες.(Ντίνα, η κόρη τους, ετών 17)
– Μαμά, να πάω στο κομμωτήριο να χτενιστώ για το γάμο;
– Να πας, αλλά να της πεις να σου κάνει ένα απλό χτένισμα, έτσι; Μην έρθεις με κανένα λάχανο… Μικρό κοριτσάκι είσαι.
Η Ντίνα φεύγει και επιστρέφει με ένα περίτεχνο χτένισμα, με μαλλιά σηκωμένα ψηλά και επιτηδευμένες μπουκλίτσες και γενικώς την Άρτα και τα Γιάννενα μαζί. Η Νίκη μένει με το στόμα τόσο ανοιχτό που δε μπορεί να αρθρώσει σύμφωνα, και τελικώς δε λέει τίποτα.
Μπαίνουν στο στολισμένο αυτοκίνητο, οδηγός ο Τάσος, συνοδηγός η Νίκη, και πίσω η Ντίνα με ένα εκρού φόρεμα. Οι περαστικοί βλέπουν στο πίσω κάθισμα ένα περίπλοκα χτενισμένο κεφάλι και εκρού τιραντούλες.
«Να ζήσετε, η ώρα η καλή!»
«Καλέ, τι όμορφη νύφη!»
LOL
Ξεκινούν για την παραδιπλανή πόλη για να πάρουν τη νύφη από το σπίτι της. Βρέχει καταρρακτωδώς. Ο Τάσος αποφασίζει να μην εκθέσει την ανθοδιακόσμηση του καπό στον αέρα της εθνικής οδού και στα καρεκλοπόδαρα, κι έτσι αφαιρεί όλο το μπουκέτο.
Πλησιάζοντας στο σπίτι της νύφης, σταματούν στην άκρη του δρόμου για να βάλει τα λουλούδια στη θέση τους με την τρομπαριστή τους βεντούζα.
Μπαίνουν με γέλια και χαρές στο σπίτι της νύφης, στις 5 το απόγευμα. Ο Τάσος κοντοστέκεται να μιλήσει με κάποιους συγγενείς στην είσοδο, ενώ η Νίκη κινείται προς το δωμάτιο της νύφης, έξω από την (κλειστή) πόρτα του οποίου είναι μαζεμένες 6-7 γυναίκες διαφόρων ηλικιών.
– Τι γίνεται; Ετοιμάζεται;
– Δεν είναι έτοιμη ακόμα… Δε μας αφήνει να μπούμε.
(χτυπάει την πόρτα) – Άντε καλέ, ακόμα;
(πνιχτή και πανικόβλητη φωνή από μέσα) – Μη μπει κανείς μέσα! Δεν είμαι έτοιμη!
Πάνω στην ώρα έρχεται με φόρα και ο Τάσος.
– Τι κάνουν τα κορίτσια; Όλα καλά;
Όσο μιλάει, βάζει το χέρι στο πόμολο της πόρτας και την ανοίγει.
– Πού είναι η νυφούλα μας να την καμαρ-
Το pause πατιέται μόνο του. Οι γυναίκες έξω από το δωμάτιο παίρνουν μια κοφτή ανάσα. Ο Τάσος μένει με το χέρι στο πόμολο. Η νύφη φοράει ένα μικροσκοπικό κομπινεζόν. Τα μαλλιά της είναι τυλιγμένα σε ρολλά. Το ένα της μάτι είναι μακιγιαρισμένο.
Κάπου εκεί ξεμπλοκάρει το pause, και ενεργοποιείται το fast forward. Μιλάνε όλοι μαζί.
– Άντε καλέ, θ’αργήσουμε, ήρθαν οι άνθρωποι από μακριά κι εσύ ακόμα, κάτσε εδώ να σε βοηθήσω με τα ρολλά, ωραίο το χρώμα στο μάτι, πού τα έφτιαξες τα νύχια σου, δώστε μου μια ρόμπα, μήπως είδε κανείς τα παπούτσια της;
Με τα πολλά ντύνουν, χτενίζουν, βάφουν τη νύφη, και φεύγουν προς την παραλιακή κωμόπολη όπου θα τελεστεί το μυστήριο. Ίδια ιστορία για τον Τάσο: μόλις απομακρύνονται από την πόλη, σταματάει και βγάζει το μπουκέτο. Η βεντούζα αρχίζει να χαλαρώνει το σφίξιμο.
Πλησιάζοντας στην εκκλησία, τηλεφωνεί ο γαμπρός.
«Καθυστέρησα, δεν έχω πάει ακόμα στην εκκλησία, μη φτάσετε πριν από μένα».
Σταματούν στην άκρη του δρόμου, δύο τετράγωνα μακριά από την εκκλησία, ο Τάσος ξαναβάζει τα λουλούδια, η νύφη είναι μισή μέσα-μισή έξω απ’το αυτοκίνητο, και ανάβει τσιγάρο. Τους προσπερνούν αυτοκίνητα με καλεσμένους.
– Καλέ τι κάνετε εδώ;!;
– Κάνουμε τσιγαράκι και το ξανασκεφτόμαστε. Να πάμε… Να μην πάμε…
LOL
Ο Τάσος άλλαξε τις βέρες. Σειρά της Νίκης να αλλάξει τα στέφανα. Στέκεται πίσω από το ζευγάρι, και απλώνει τα χέρια - με μια μικρή λεπτομέρεια. Τα χέρια της είναι ανοιχτά, όχι σταυρωτά. Μόλις κοντεύει να αγγίξει τα στέφανα και τα χέρια της είναι αρκετά πάνω από το κεφάλι της (ακριβό άρωμα σε μικρό μπουκαλάκι, η Νίκη μας), άρα και ορατά από το υπόλοιπο εκκλησίασμα, ακούγεται από πίσω μια (ψιθυριστή μεν, αλλά) βοή από πεντακόσια στόματα που της κόβει τη φόρα.
– ΟΧΙ!!!
Η Νίκη παγώνει στιγμιαία, αλλά "το πιάνει" και σταυρώνει τα χέρια της στον αέρα. Γυρίζει ελαφρά το κεφάλι της προς τα πίσω και ρωτάει:
– Έτσι το πάω καλά;
LOL
– Θείε, πάρτε με και μένα μαζί σας.
– Γιατί κορίτσι μου, μείνε εδώ που σας κλείσανε δωμάτια οι άνθρωποι…
– Όχι μωρέ, και τι να κάνω εδώ με τη γερουσία; Άσ’τους αυτούς, κουμπαριάσανε. Αφού πάτε στη Σαϊμπάι, πάρτε με και μένα μαζί.
Τρεις ώρες αργότερα, το γλέντι έχει τελειώσει και έχουν μείνει μόνο οι νεόνυμφοι κι οι κουμπάροι.
– Έχουμε κλείσει διπλανά δωμάτια, είναι σαν σουίτα.
– Α, τι ωραία.
– Άντε πάμε για ύπνο.
– Τάσο, πού είναι το σακ-βουαγιάζ;
– Στο αυτοκίνητο.
– Έλα μαμά.
– Έλα Ντίνα. Πού είσαι;
– Κοιμάμαι. Τι θέλεις;
– Τι έχεις στην τσάντα σου;
– Τι λες ρε μαμά, τρελάθηκες;
– Άντε παιδάκι μου κοίτα στην τσάντα σου. Τι έχεις εκεί;
(ήχος από φερμουάρ) – Αααααααα… τα κλειδιά του αυτοκινήτου…
Ο Τάσος και η Νίκη πηγαίνουν στο δωμάτιό τους στο ξενοδοχείο, χωρίς σακ-βουαγιάζ. Χωρίς πυτζάμες. Χωρίς οδοντόβουρτσες. Χωρίς αλλαξιά.
(Τάσος, εκ των υστέρων: Το μωρό μου τα κανόνισε έτσι, για να κοιμηθούμε αγκαλίτσα γυμνοί! LOL
Νίκη: Ναι, άλλη δουλειά δεν είχα, έπιασα τη Ντίνα και της είπα ‘Πάρε, παιδί μου, τα κλειδιά και βάλ’τα στην τσάντα σου, τώρα που θα φύγεις να μείνουν τα πράγματά μας στο πορτ-μπαγκάζ!’)
– Τάσο, μην τριγυρνάς, άντε να κοιμηθούμε.
– Τα παιδιά είναι δίπλα, ε; Λες να τους ακούσουμε; Χε,χε.
– Άντε χριστιανέ μου πέσε στο κρεβάτι!
– Αυτή η πόρτα εδώ τι είναι; (ανοίγει την πόρτα και βρίσκει το μπάνιο)
– Αυτήν εδώ δίπλα στο κρεβάτι μην την ανοίξεις, επικοινωνεί με το διπλανό.
– Χα, χα, ναι καλά. Αυτή εδώ η πόρτα τι είναι; (ανοίγει την πόρτα και βρίσκει τη ντουλάπα)
– Δε σου κάνω πλάκα παιδί μου, είναι σουίτα λέμε, μην την ανοίξεις.
– Σιγά μην επικοινωνεί με το διπλανό. Να, ορίστε. (ανοίγει την πόρτα και βρίσκει το γαμπρό με ξεκούμπωτο το πουκάμισο, να λύνει τα κορδόνια του κορσέ της νύφης)
Αυτό το pause… Πολύ ευαίσθητο κουμπάκι, βρε παιδί μου. Μόνο του πατιέται.
(νεόνυμφοι, σε πρίμο-σεκόντο) – !!!
(Τάσος, ατάραχος) – Παιδιά, όλα καλά;
ROTFL
Το επόμενο πρωί, κατεβαίνουν στο μπουφέ για πρωινό. Η τραπεζαρία είναι γεμάτη από γκρουπ ξένων τουριστών που φοράνε λουλουδάτες βερμούδες και μαγιό.
Ο Τάσος φοράει το καλό του κοστούμι, αλλά για να το κάνει πιο σπορ αφήνει τη γραβάτα στο δωμάτιο, και αφήνει και τα πρώτα δύο κουμπιά του πουκαμίσου ανοιχτά.
Η Νίκη φοράει την χρυσαφί τουαλέτα της με τις χρυσές γόβες και το τεράστιο τούλινο λουλούδι ραμμένο στο πέτο. Μόλις πατάει το ποδαράκι της στην αίθουσα, όλοι στρέφονται και την κοιτάζουν. Οι μισοί αναρωτιούνται «Μα ποια διάσημη είναι αυτή και ντύνεται έτσι για πρωινό;;». Οι άλλοι μισοί σκέφτονται «Ουάου, κοίτα πόσο καλά ντύνονται οι Έλληνες το πρωί…»
LOL
by Saigon
.jpg)
Μία από τις λίγες γλυκές στιγμές της δουλειάς του γραφείου είναι η συνήθεια του Meek να μου φέρνει λουλούδια κάθε Δευτέρα πρωί. Είναι πολύ ευγενική χειρονομία και μου φτιάχνει την διάθεση, ειδικά επειδή ξέρω ότι δεν μου την "πέφτει" αλλά το κάνει με κάθε καλή πρόθεση.
Εδώ όμως δημιουργείται ένα θέμα: ο Mr. Fruitcake (a.k.a. Διευθυντής) δεν συμπαθεί ιδιαίτερα τον Meek (για να είμαστε ειλικρινείς, δεν συμπαθεί και κανέναν, αφού τρώγεται με τα ρούχα του) και «ζηλεύει» όταν κάποιος τον επαινεί, ακόμα κι αν ο καημένος είναι απλά υπάλληλος και μάλιστα ιεραρχικά αρκετά πιο χαμηλά απ’ ό,τι ο ίδιος. Μην ρωτάτε γιατί, κι εγώ δεν ξέρω! Η κατάσταση αυτή με έχει οδηγήσει σε σημείο να μην λέω στον Fruitcake τίποτα καλό για τον Meek για να μην ζηλέψει και προκαλέσω κάποιο πρόβλημα. Φυσικά δεν του έχω πει ότι τα λουλούδια τα φέρνει ο Meek, αντ’ αυτού έχω αφήσει να εννοηθεί ότι τα φέρνω εγώ η ίδια στο γραφείο.
Δευτέρα απόγευμα λοιπόν, ήδη είχα λουλούδια στο γραφείο μου και ο Fruitcake με πλησιάζει και μου λέει με το γνωστό του ύφος: «Α, τι ωραία λουλούδια! Θα μου φέρεις κι εμένα αύριο, που θα έρθει η γυναίκα μου το πρωί πρώτη φορά να δει το γραφείο, να βρει ωραίο περιβάλλον;». Κρύος ιδρώτας με έλουσε αυτόματα. Δεν μπορούσα να πω και τίποτε άλλο εκτός από «Μάλιστα». Μόλις απομακρύνεται (και ουρλιάζει ο συναγερμός στο κεφάλι μου "Mayday! Mayday!") αποφασίζω να τηλεφωνήσω στον Meek για βοήθεια όταν σχολάσω. Και, όπως επιβάλλει ο Νόμος του Μέρφυ, δεν σηκώνει το κινητό του! Αναρωτιέμαι φυσικά αν θα καταφέρω να τον βρω, και αν έχει μείνει κανένα λουλουδάκι στον κήπο του για να το κόψει στις 5:00 το πρωί, μπας και ικανοποιήσουμε το βίτσιο του Fruitcake να εντυπωσιάσει την Mrs. Fruitcake...
Κουρασμένη λοιπόν μετά το γραφείο, ξαπλώνω στον Καναπέ (ναι, με κεφαλαίο, το αξίζει!) και λαγοκοιμάμαι. Ξαφνικά, χτυπάει το κινητό, είναι ο Meek ο οποίος ανησύχησε από τα τηλέφωνά μου. «Έλα, Meek, είδε ο Fruitcake τα λουλούδια, και για να μη σε καρφώσω του είπα ότι τα έφερα εγώ, και μου ζήτησε να του πάω μερικά αύριο για να στολίσει το γραφείο, που θα έρθει η γυναίκα του, να πουλήσει μούρη!». Ο Meek λύνεται στα γέλια φυσικά, γελάω κι εγώ και κλείνουμε το τηλέφωνο. Το βλέμμα μου πήγε απευθείας στον W. δίπλα μου στον άλλο Καναπέ (ναι ρε, κι αυτός με κεφαλαίο!) ο οποίος με κοιτάει κατάπληκτος, μην πιστεύοντας αυτά που μόλις με άκουσε να λέω στο τηλέφωνο! Και ξαφνικά ξεσπάει σε γέλια διαρκείας, τα οποία διακόπτει πού και πού για να πει «Ρε τον μαλάκα τον φρούτκεηκ!».
Εννοείται πως χτες η κυρία Fruitcake ούτε καν γύρισε το (τίγκα στη μάσκαρα) βλεφαράκι της να κοιτάξει τα λουλούδια, έκανε μια βόλτα στους διαδρόμους κοιτάζοντας περιφρονητικά, ζήτησε έναν αναπτήρα για το τσιγαράκι της, και τίναξε τη στάχτη της μέσα στο βάζο...
by